Η αναγκαιότητα για καλύτερη παρακολούθηση και ρύθμιση του διαβήτη στάθηκε η αφορμή για την ανακάλυψη μεθόδων αυτοελέγχου στο σπίτι, για τα επίπεδα της γλυκόζης αίματος. Ετσι το 1965 ο Anrie Adams και η εταιρία Ames ανακάλυψε και παρουσίασε ένα προϊόν με το όνομα Dextrostix. Η εταιρία Ames κατασκεύαζε ήδη ταινίες για τον έλεγχο των ούρων και με το Dextrostix επιχειρούσε το πέρασμά της στους μετρητές σακχάρου του αίματος.

Το πρώτο της προϊόν, το Dextrostix, αρχικά απευθυνόταν μόνο σε γιατρούς για επαγγελματική χρήση. Το Dextrostick ήταν ταινίες φτιαγμένες από χαρτί πάνω στις οποίες τοποθετούσες μία σταγόνα αίμα, το άφηνες για ένα λεπτό και στη συνέχεια το ξέπλενες. Η ταινία μετά από αυτή τη διαδικασία έπαιρνε ένα μπλε χρώμα, το οποίο και σύγκρινες με έναν προσχεδιασμένο πίνακα χρωμάτων, κι έτσι είχες μία εκτίμηση για τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα σου. Τα άτομα που έκαναν αυτή τη διαδικασία τακτικά μπορούσαν να διαβάσουν τις ταινίες Dextrostix αρκετά καλά. Οι περισσότεροι όμως άνθρωποι, λόγω της περιορισμένης χρήσης των ταινιών, μπορούσαν να καταλάβουν μόνο τις πολύ υψηλές ή τις πολύ χαμηλές τιμές στο σάκχαρο τους, όχι όμως και τα ενδιάμεσα επίπεδα. Ακριβώς όμως εξαιτίας της δυσκολίας που παρουσίαζε στη χρήση του, πολλοί ήταν οι επιστήμονες που ήθελαν να κατασκευάσουν κάτι πιο εύκολο και πιο προσιτό στον πολύ κόσμο.

Το 1970 ο Tom Clemens ήταν ο επιστήμονας που κατασκεύασε τον πρώτο μετρητή σακχάρου ο οποίος λειτουργούσε με τη μέθοδο της αντανάκλασης. Και σε αυτή την περίπτωση χρησιμοποιούσες τις ταινίες Dextrostix, μόνο που τώρα έριχνες πάνω στο μπλε χρώμα μία δέσμη φωτός και όσο πιο βαθύ ήταν το μπλε χρώμα τόσο πιο μικρή αντανάκλαση υπήρχε. Το φως της αντανάκλασης κατέληγε σε ένα φωτοηλεκτρικό κύτταρο, το οποίο με τη σειρά του ήταν συνδεδεμένο με μία οθόνη πάνω στην οποία έβλεπες το αποτέλεσμα. Ο μετρητής αυτός μπορούσε να διαβάσει ακόμη και τις μικρές αλλαγές στην αντανάκλαση των αποχρώσεων του μπλε χρώματος, γι’ αυτό και ήταν πολύ πιο ακριβής. Η συσκευή αυτή πήρε την ονομασία A.R.M. (από τα αρχικά Ames Reflectance Meter). Καθώς ήταν η πρώτη συσκευή αυτού του είδους, ο μετρητής A.R.M. αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα και δυσλειτουργίες. Το βασικό πρόβλημα ήταν η περιορισμένη ζωή της μπαταρίας του (θα πρέπει στο σημείο αυτό να θυμίσουμε ότι την εποχή εκείνη οι επαναφορτιζόμενες μπαταρίες δεν είχαν εξελιχθεί στο σημείο που ξέρουμε σήμερα). Επιπλέον, ήταν μια πολύ ακριβή συσκευή που αρχικά απευθυνόταν μόνο στους επιστήμονες, και ήταν ιδιαίτερα βαριά και δύσχρηστη.

Το πιο σημαντικό βήμα από άποψη δημοσιότητας ήταν ο μετρητής Eyetone, που κατασκεύασε η Γιαπωνέζικη εταιρία Kyoto Daichi. Η νέα αυτή συσκευή ήταν πιο μικρή, πιο εύκολη στη χρήση και, το κυριότερο, ήταν αρκετά πιο φτηνή. Στην αγορά βγήκε το 1972, λίγο καιρό μετά την ανακάλυψη του A.R.M., και εξαπλώθηκε αρκετά γρήγορα σε αντίθεση με το A.R.M. που χρειάστηκε αρκετά χρόνια για να κατασκευαστεί. Το Eyetone λειτουργούσε με ρεύμα κι όχι με επαναφορτιζόμενη μπαταρία, καθώς αυτό ήταν ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι κατασκευαστές του A.R.M. Κοινό καθεστώς και για τους δύο μετρητές ήταν τα γεγονός ότι για να τα αγοράσει ένα άτομο με διαβήτη χρειαζόταν τη συνταγή γιατρού, ο οποίος θα ήταν και υπεύθυνος για την εκπαίδευση του ατόμου ως προς τη χρήση του μετρητή.

Ο πρώτος ασθενής που αγόρασε μετρητή για προσωπική χρήση στο σπίτι του ήταν ο Dick Βernstein, ένας μηχανικός που είδε το μετρητή στο ιατρείο του γιατρού του και ενδιαφέρθηκε να μάθει περισσότερα πράγματα για τη συγκεκριμένη μέθοδο. Από τη στιγμή που άρχισε να ελέγχει μόνος του τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα του έπαψε πια να νοσηλεύεται στο νοσοκομείο, ένιωθε καλύτερα και γενικά η ποιότητα της ζωής του βελτιώθηκε. Ενθουσιάστηκε μάλιστα τόσο πολύ από την αλλαγή που είδε στη ζωή του, που γράφτηκε ο ίδιος στην Ιατρική Σχολή σε ηλικία 47 ετών, τελείωσε σε τρία χρόνια και εξασκεί σήμερα το επάγγελμα του γιατρού στη Νέα Υόρκη.

Την εποχή εκείνη, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, η εταιρία Ames έχει γίνει γνωστή σε όλο τον κόσμο και σιγά-σιγά η νέα ιδέα του μετρητή αρχίζει να περνά στην άλλη πλευρά του ωκεανού και να εξαπλώνεται και στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα στην Αγγλία. Εκεί, ο πατέρας ενός παιδιού με διαβήτη, μηχανικός στο επάγγελμα, είδε τον μετρητή Eyetone και αποφάσισε να κατασκευάσει ένα μετρητή καλύτερο και πιο ποιοτικό. Αυτός ήταν και ο πρώτος μετρητής της εταιρίας LifeScan.

Παράλληλα, η Γερμανική εταιρία Boehringer Mannheim (Εικ.3), ως ανταγωνίστρια εταιρία, κατασκεύασε νέες ταινίες για τη μέτρηση της γλυκόζης του αίματος με το όνομα Chemstrip bG. Στην πραγματικότητα, οι ταινίες αυτές ήταν μία βελτιωμένη έκδοση των ταινιών Dextrostix. Ήταν πολύ πιο ακριβείς και πολύ πιο εύκολες στη χρήση, καθώς δεν χρειαζόταν ξέπλυμα με νερό. Πάλι έβαζες μία σταγόνα αίμα πάνω και περίμενες για ένα λεπτό και στη συνέχεια τη σκούπιζες με λίγο βαμβάκι. Το όνομα bG ήταν ένα κόλπο του μάρκετινγκ της εταιρίας, ώστε οι ανταγωνιστές της να νομίζουν πως το προϊόν αυτό ήταν το πρώτο μόνο από μια ολόκληρη σειρά προϊόντων για τον έλεγχο του αίματος (bG for blood glucose, bC for blood cholesterol, bH for blood hemoglobin, κτλ). Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν ίσχυε στην πραγματικότητα.

glykometritis

Εξέλιξη των γλυκομετριτών. Ο πρώτος δεξιά είναι ο μετρητής Reflolux II της εταιρείας Boehringer Mannheim (1973) και είναι ο τέταρτος γλυκομετρητής μετά το Destrostix της Ames (1965)

Σημαντικό ρόλο για την εξάπλωση της χρήσης των μετρητών στο σπίτι έπαιξε το διεθνές συνέδριο για τη διαχείριση του διαβήτη που διοργανώθηκε το 1977 στο Πανεπιστήμιο Rockefeller στη Νέα Υόρκη, όπου η εταιρία Boehrin

Καλωσήρθατε στον Γλυκό Πλανήτη!

Εγγραφείτε στο newsletter μας για να μαθαίνετε όλα τα νέα μας!
Email address
First Name
Last Name
Secure and Spam free...